Η διαχείριση της αντίστασης των γονέων στη θεραπεία του παιδιού/εφήβου

By on June 5, 2014. Posted in . Tagged as , , .

Συμπόσιο με τίτλο : Η διαχείριση της αντίστασης των γονέων στη θεραπεία του παιδιού/εφήβου τους.
Χάιντς Ελενα, PhD, Αθήνα, 2012
Ψυχολόγος
Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία
Πρόεδρος του Παραρτήματος Μακεδονίας της ΕΕΕΣ
Γραμματέας της ΕΕΕΣ
Η αντίσταση ως φαινόμενο σε μια θεραπεία αποτελεί από τις πιο ενδιαφέρουσες προκλήσεις για έναν θεραπευτή. Πολύ περισσότερο δε όταν αυτή η αντίσταση προέρχεται από την πλευρά των γονέων ενός παιδιού ή εφήβου που βρίσκεται σε θεραπευτική συνεργασία. Στο παρόν συμπόσιο θα παρουσιαστούν κλινικές περιπτώσεις όπου οι γονείς των υπό παρακολούθηση παιδιών και εφήβων αντιστέκονταν οι ίδιοι παρεμποδίζοντας την εξέλιξη της θεραπείας. Θα σχολιαστούν οι τρόποι αντιμετώπισης και χειρισμού των γονέων κάθε κλινικής περίπτωσης και θα γίνει μια προσπάθεια συνολικής προσέγγισης του φαινομένου της αντίστασης των γονέων στη θεραπεία παιδιών και εφήβων.
Τι θα ορίζαμε, όμως, ως αντίσταση; Αν ορίζαμε ως αντίσταση την απουσία συμμόρφωσης του θεραπευόμενου στις οδηγίες του θεραπευτή, που είναι ο συμπεριφορικός ορισμός για την αντίσταση, τότε αυτομάτως υπαινισσόμαστε ότι ο θεραπευόμενος έχει όλη την ευθύνη για τη διατάραξη της θεραπευτικής πορείας του. Αν ορίζαμε την αντίσταση από την οπτική της γνωστικής προσέγγισης, θα λέγαμε ότι η αντίσταση στην αλλαγή είναι η δυσκολία του πελάτη να εγκαταλείψει παγιωμένα δυσλειτουργικά σχήματα σκέψης, συναισθημάτων και συμπεριφοράς. Ο Ellis (1985) υποθέτει ότι πίσω από την αντίσταση κρύβονται ένα σύνολο από επίμονες παράλογες πεποιθήσεις που παρεμβαίνουν στην επίτευξη των θεραπευτικών στόχων, οπότε και πάλι η ευθύνη της θεραπευτικής έκβασης μετακυλίεται στον θεραπευόμενο.
Ο Leahy (2001) από την οπτική ενός συγκεραστικού κοινωνιο-γνωστικού μοντέλου προσεγγίζει την αντίσταση ως «ο,τιδήποτε παρεμβαίνει στην ικανότητα του πελάτη να χρησιμοποιήσει τη θεραπεία προς όφελός του και να αποκτήσει τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει προβλήματα εκτός της θεραπείας ακόμα κι όταν αυτή έχει τελειώσει.» Η συγκεκριμένη εννοιολογική μορφοποίηση της αντίστασης απαλλάσσει εν μέρει τον θεραπευόμενο από την προσωπική του ευθύνη και αναγνωρίζει ότι υπάρχουν μεταβλητές πέραν του θεραπευόμενου οι οποίες δύνανται να επηρεάσουν το θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Ως μια τέτοια μεταβλητή μπορεί να λειτουργήσουν οι γονείς ενός παιδιού ή εφήβου που βρίσκεται σε θεραπεία. Είναι άξιο υπογράμμισης ότι σε αυτές τις περιπτώσεις ενώ συνήθως είναι οι γονείς αυτοί που φέρνουν τον θεραπευόμενο για αναζήτηση βοήθειας και ότι το γενικό αίτημα είναι το παιδί τους να ξεπεράσει το όποιο πρόβλημα για να βοηθηθεί το ίδιο, επί της ουσίας το αίτημα αφορά την δική τους ανησυχία, να μην ανησυχούν οι ίδιοι ως γονείς για το παιδί αυτό! Επομένως, ήδη από την στιγμή της λήψης της απόφασης ότι το παιδί χρειάζεται κάποια στήριξη από ειδικό, τίθεται μεταπεικοινωνιακά το εγωκεντρικό στοιχείο της «βοήθειας» προς τον γονέα.
Αυτό το δεύτερο επίπεδο είναι που επηρεάζει και καθορίζει κατά την γνώμη μου και την πορεία της θεραπείας καθώς όλοι γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει περίπτωση όταν έχουμε παιδί ή έφηβο ως θεραπευόμενο να μην επικαλεσθούμε την συμμετοχή των γονέων. Οι τρόποι που η μορφή των γονέων παρεμβαίνει και επηρεάζει τη θεραπευτική εξέλιξη είναι πολλοί, οπότε αναγκαστικά θα σταχυολογήσουμε μόνο μερικούς από αυτούς.
• Υπάρχουν περιπτώσεις όπου χρειάζεται να αλλάξει η συμπεριφορά των γονέων προς το παιδί/έφηβο, προκειμένου να έχουμε ένα αποτέλεσμα. Σε αυτές τις περιπτώσεις όταν η ζητούμενη αλλαγή προσκρούει σε κάποια συναισθηματική αναπηρία του γονέα ή σε κάποιο πυρηνικό του σχήμα, τότε ο γονέας θα αντισταθεί και δεν θα συνεργαστεί. [γονιός που δεν δέχθηκε συναίσθημα και άρα δεν μπορεί να δώσει, αποκόμιση αυτοεπιβεβαίωσης ότι αυτός είναι καλός γονιός και άρα κάποιος μπορεί να τον αγαπήσει, όταν το πυρηνικό σχήμα είναι «είμαι ανάξιος αγάπης», ανταγωνισμός του γονέα προς τον θεραπευτή, ταύτιση προσωπικού προβλήματος του γονέα με το πρόβλημα του παιδιού, προβολή προσωπικών επιθυμιών στο πρόσωπο του παιδιού]
• Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο γονέας αποκομίζει δευτερογενή οφέλη από το «προβληματικό» παιδί του, τα οποία δεν διατίθεται να θυσιάσει χάριν της βελτίωσης του παιδιού. [μητέρα που «επιτίθεται» στον πατέρα μέσω της διατήρησης του προβλήματος του παιδιού, διατήρηση της σχέσης η οποία άλλως θα διαλυόταν γιατί ο ένας γονιός θα έφευγε, θυματοποίηση του γονιού που ασχολείται με το παιδί περισσότερο και αποκόμιση αναγνώρισης εξαυτού]
• Τέλος, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η δυσλειτουργική σχέση των γονέων στηρίζεται πάνω στην ύπαρξη του προβλήματος του παιδιού. [ αποφυγή διαζυγίου με κοινή συναίνεση και των δύο, όσο διατηρείται το πρόβλημα, αποφυγή αντιμετώπισης των συζυγικών προβλημάτων με μετακύλιση της επικέντρωσης στο πρόβλημα του παιδιού].
Εννοείται ότι στην κλινική πράξη δεν αντιμετωπίζουμε περιπτώσεις μεμονωμένης μορφής αντίστασης από τους γονείς. Συνήθως είναι ένας συνδυασμός ανασχετιστικών παρεμβάσεων τις οποίες ο θεραπευτής καλείται να χειριστεί αφού πρώτα τις έχει αναγνωρίσει μέσα από μια προσεκτική λειτουργική ανάλυση της συμπεριφοράς του παιδιού και της συμεπριφοράς του οικογενειακού στυστήματος προς το παιδί.
Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε και εκείνες τις περιπτώσεις όπου το παιδί προστατεύει τον γονιό ή και τους δύο γονείς καθώς βρίσκεται παγιδευμένο μέσα στο δικό του σχήμα. Αναφέρομαι στο σχήμα αυτοθυσίας που από πολύ νωρίς μπορεί να καλλιεργηθεί σε ένα παιδί και να διατηρηθεί σε όλη του τη ζωή.
Η αντιμετώπιση όλων των προαναφερθέντων παραδειγμάτων γίνεται κατά περίπτωση.
Ωστόσο νομίζω ότι πρέπει να τονισθεί ότι όταν εμφανίζεται αντίσταση στη θεραπεία ενός παιδιού/εφήβου δεν είναι αμέτοχος και ο θεραπευτής. Γιατί από τη στιγμή που εμπλέκεται σε θεραπεία με ένα παιδί αυτομάτως γίνεται μέρος του συστήματος της οικογένειας του παιδιού και λειτουργεί ως αυτός που «πάει να αλλάξει το σύστημα». Λογικό και αναμενόμενο ότι θα δεχθεί «επίθεση» από τα υπόλοιπα μέλη του συστήματος λόγω της αρχής της ομοιόστασης που διατηρεί τα συστήματα.
Μπορεί όμως να συμβεί και το αντίθετο! Ο θεραπευτής να συμμαχήσει με τον γονιό σε βάρος του παιδιού. Αναφέρομαι στις περιπτώσεις όπου οι γονείς πιέζουν για γρήγορη βελτίωση είτε για να απαλλαγούν οι ίδιοι από το άγχος που τους προκαλεί η ύπαρξη του προβλήματος είτε γιατί δεν κατανοούν τη δυσκολία του πράγματος, επειδή αρνούνται να εγκαταλείψουν τις προηγούμενες δυσλειτουργικές πεποιθήσεις τους. Ο θεραπευτής που εμπλέκεται πολύ στενά με το οικογενειακό σύστημα ή βιώνει τις θεραπείες του ως «όχημα προς προσωπική καταξίωση» κινδυνεύει να γίνει και ο ίδιος πιεστικός, να συμμαχήσει ουσιαστικά με την αντίσταση του γονέα, με αποτέλεσμα το παιδί να έχει απέναντι του δύο στρατόπεδα. Δεν είναι άξιο απορίας γιατί αυτού του τύπου η συνεργασία δε θα έχει θετικά αποτελέσματα.

Στο σημείο αυτό θεωρώ απαραίτητο να προτείνω από την κλινική εμπειρία μερικούς γενικούς τρόπους αντιμετώπισης της γονικής αντίστασης, οι οποίοι είναι αναλογικά προσαρμοστέοι :
Γενικοί τρόποι αντιμετώπισης της γονικής αντίστασης
• επιβράβευση της γονικής προσφοράς στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού
• αποφυγή απόδοσης ευθυνών για την κατάσταση του παιδιού
• κατανόηση και μεθεκτική στάση για τη δυσκολία που βιώνει ο ίδιος ως γονιός λόγω της ύπαρξης του προβλήματος
• αν είναι εφικτό, αναπλαισίωση της συμμετοχής του στο πρόβλημα
• μερική πληροφόρηση για το περιεχόμενο των συνεδριών χωρίς να παραβιάζεται όμως το εχέμυθο
• όταν πρέπει να οριοθετηθεί η παρεμβατικότητα του γονιού στη θεραπεία να γίνεται ήπια, σταθερά και καθόλου επιθετικά εξηγώντας πάντα τους λόγους
• καμία αμφισβήτηση των καλών προθέσεων του γονιού, ακόμα και όταν δεν συνεργάζεται. Σε αυτές τις περιπτώσεις αναρωτηθείτε σε ποιο προσωπικό θέμα του γονιού προσκρούει η οδηγία μας και τον δυσκολεύει και συζητείστε το μεθεκτικά μαζί του.
• με κατάλληλες ερωτήσεις καθοδήγηση του γονιού να προσεγγίσει το θέμα από την οπτική του παιδιού του
• όποτε χρειάζεται, εφαρμογή «θεραπευτικής προειδοποίησης»